Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ένθετος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει προστεθεί ή προσαρμοσθεί με ένθεση Βικιλεξικό
  2. πρόσθετος, εμβόλιμος Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοένθετο: έντυπο με δική του θεματολογία και με σχετική αυτοτέλεια, που περιλαμβάνεται σε άλλο έντυπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ένθετος < αρχαία ελληνική ἔνθετος < ἐν + τίθημι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήένθετοςένθετηένθετο
Γενικήένθετουένθετηςένθετου
Αιτιατικήένθετοένθετηένθετο
Κλητικήένθετεένθετηένθετο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήένθετοιένθετεςένθετα
Γενικήένθετωνένθετωνένθετων
Αιτιατικήένθετουςένθετεςένθετα
Κλητικήένθετοιένθετεςένθετα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →