έντυπο
•
- οτιδήποτε παράγεται με εκτύπωση σε χαρτί, φυλλάδιο, έγγραφο, εφημερίδα, περιοδικό κ.α. Βικιλεξικό
- διαφημιστικό έντυπο
- έντυπο αίτησης
- Η βρετανική προπαγάνδα προώθησε αφειδώς τα έντυπα των φιλομοναρχικών, διαθέτοντας το μεγαλύτερο μέρος των προμηθειών του δημοσιογραφικού χαρτιού για την ευόδωση της εξωτερικής της πολιτικής στα Βαλκάνια (Δημήτρης Σαπρανίδης, Ιστορία της ελληνικής γελοιογραφίας: 3000 χρόνια αμφισβήτησης, εκδ. Ποταμός, 2001, σελ. 490)
Ετυμολογία
έντυπο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου έντυπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έντυπο | έντυπα |
| Γενική | έντυπου / εντύπου | εντύπων |
| Αιτιατική | έντυπο | έντυπα |
| Κλητική | έντυπο | έντυπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →