έσοδο
•
- συνήθως στον πληθυντικότα χρήματα (ή άλλες πρόσοδοι) που λαμβάνει κάποιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έσοδο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εἴσοδος / ἔσοδος (θηλυκό) < αρχαία ελληνική εἴσοδος / ἔσοδος < εἰς + ὁδός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έσοδο | έσοδα |
| Γενική | έσοδου / εσόδου | εσόδων |
| Αιτιατική | έσοδο | έσοδα |
| Κλητική | έσοδο | έσοδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →