ίντριγκα
•
- η κατάσταση που σχεδιάζεται κρυφά και εις βάρος κάποιου με σκοπό την εξαπάτηση ή την παραπλάνησή του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ίντριγκα < γαλλική intrigue / γερμανική Intrige < ιταλική intrigare / intricare < λατινική intrico < tricor < tricae < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *terkʷ- (γυρίζω, στρέφω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ίντριγκα | ίντριγκες |
| Γενική | ίντριγκας | — |
| Αιτιατική | ίντριγκα | ίντριγκες |
| Κλητική | ίντριγκα | ίντριγκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →