μηχανορραφία
•
- λόγιομυστική και δόλια ενέργεια ή σχέδιο εναντίον κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μηχανορραφία < μεσαιωνική ελληνική μηχανορραφία < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική μηχανή (< μῆχος) + ῥάπτω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μηχανορραφία | μηχανορραφίες |
| Γενική | μηχανορραφίας | μηχανορραφιών |
| Αιτιατική | μηχανορραφία | μηχανορραφίες |
| Κλητική | μηχανορραφία | μηχανορραφίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →