Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιόν

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. χημείαηλεκτρικά φορτισμένο άτομο ή μόριο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιόν < αρχαία ελληνική ἰόν ουδέτερο της μετοχής ἰών του ρήματος εἶμι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήιόνιόντα
Γενικήιόντοςιόντων
Αιτιατικήιόνιόντα
Κλητικήιόνιόντα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ίον

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοστην κοινή νεοελληνική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ίον → δείτε τη λέξη ἴον στα αρχαία ελληνικά'

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →