κατιόν
•
- φυσικήθετικά φορτισμένο ιόν, που έλκεται από την κάθοδο κατά την ηλεκτρόλυση εξ ου και η ονομασία του Βικιλεξικό
- φυσικήοποιοδήποτε άτομο ή ομάδα ατόμων που φέρουν θετικό φορτίο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατιόν < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική cation < αρχαία ελληνική κατιόν, ουδέτερο της μετοχής κατιών του κάτειμι < κατ(ά) + εἶμι. Μορφολογικά αναλύεται σε κατ- + ιόν.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →