Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αίτηση

/ˈe.ti.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να ζητά κανείς κάτι, επιδίωξη, απαίτηση, παράκληση Βικιλεξικό
  2. έγγραφη, κυρίως, αναφορά ενός ιδιώτη προς κάποια Αρχή, με την οποία ζητά κάτι Βικιλεξικό
    • Στις περιπτώσεις αυτές παραχωρείται άδεια διαμονής μισθωτού ή αυτοεργοδοτούμενου. Οι αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού σφραγίζονται από το Τμήμα Εργασίας. Το 2004 υποβλήθηκαν 5.292 αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού, κυρίως από Έλληνες ( 1.796 ) , Πολωνούς ( 1.131 ) και ... (Ετήσια Έκθεσις γραφείου δημοσίων πληροφοριών δια το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Κύπρος, 2004, σελ. 127)
  3. το ίδιο το έγγραφο στο οποίο διατυπώνεται η έγγραφη αναφορά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αίτηση < αρχαία ελληνική αἴτησις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαίτησηαιτήσεις
Γενικήαίτησηςαιτήσεων
Αιτιατικήαίτησηαιτήσεις
Κλητικήαίτησηαιτήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →