αιτούμαι
•
- επίσημοκάνω αίτηση, ζητώ κάτι (για τον εαυτό μου) Βικιλεξικό
- Αιτούμαι την αναβολή του δικαστηρίου.
Ετυμολογία
αιτούμαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αἰτοῦμαι, συνηρημένος τύπος του αἰτέομαι.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αιτούμαι | αιτείσαι | αιτείται | αιτούμαστε | αιτείστε | αιτούνται |
| Παρατατικός | αιτούμουν | αιτούσουν | αιτούνταν | αιτούμασταν / αιτούμαστε | αιτούσασταν / αιτούσαστε | αιτούνταν |
| Αόριστος | αιτήθηκα | αιτήθηκες | αιτήθηκε | αιτηθήκαμε | αιτηθήκατε | αιτήθηκαν / αιτηθήκαν / αιτηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αιτηθώ / θα αιτούμαι | θα αιτείσαι / θα αιτηθείς | θα αιτείται / θα αιτηθεί | θα αιτηθούμε / θα αιτούμαστε | θα αιτείστε / θα αιτηθείτε | θα αιτηθούν / θα αιτηθούνε / θα αιτούνται |
| Παρακείμενος | έχω αιτηθεί | έχεις αιτηθεί | έχει αιτηθεί | έχουμε αιτηθεί | έχετε αιτηθεί | έχουν αιτηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα αιτηθεί | είχες αιτηθεί | είχε αιτηθεί | είχαμε αιτηθεί | είχατε αιτηθεί | είχαν αιτηθεί |
| Υποτακτική | να έχω αιτηθεί / να αιτηθώ / να αιτούμαι | να έχεις αιτηθεί / να αιτείσαι / να αιτηθείς | να έχει αιτηθεί / να αιτείται / να αιτηθεί | να έχουμε αιτηθεί / να αιτηθούμε / να αιτούμαστε | να έχετε αιτηθεί / να αιτείστε / να αιτηθείτε | να έχουν αιτηθεί / να αιτηθούν / να αιτηθούνε / να αιτούνται |
| Προστακτική | — | αιτήσου | — | — | αιτείστε / αιτηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →