αγγελιάζομαι
•
- λαϊκότροποβλέπω τον άγγελο του επικείμενου θανάτου μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγγελιάζομαι < άγγελ(ος) + -ιάζομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγγελιάζομαι | αγγελιάζεσαι | αγγελιάζεται | αγγελιαζόμαστε | αγγελιάζεστε | αγγελιάζονται |
| Παρατατικός | αγγελιαζόμουν / αγγελιαζόμουνα | αγγελιαζόσουν / αγγελιαζόσουνα | αγγελιαζόταν / αγγελιαζότανε | αγγελιαζόμασταν / αγγελιαζόμαστε | αγγελιαζόσασταν / αγγελιαζόσαστε | αγγελιάζονταν / αγγελιαζόντουσαν |
| Αόριστος | αγγελιάστηκα | αγγελιάστηκες | αγγελιάστηκε | αγγελιαστήκαμε | αγγελιαστήκατε | αγγελιάστηκαν / αγγελιαστήκαν / αγγελιαστήκανε |
| Μέλλοντας | θα αγγελιάζομαι / θα αγγελιαστώ | θα αγγελιάζεσαι / θα αγγελιαστείς | θα αγγελιάζεται / θα αγγελιαστεί | θα αγγελιαζόμαστε / θα αγγελιαστούμε | θα αγγελιάζεστε / θα αγγελιαστείτε | θα αγγελιάζονται / θα αγγελιαστούν / θα αγγελιαστούνε |
| Παρακείμενος | έχω αγγελιαστεί | έχεις αγγελιαστεί | έχει αγγελιαστεί | έχουμε αγγελιαστεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγγελιαστεί | είχες αγγελιαστεί | είχε αγγελιαστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αγγελιαστεί / να αγγελιάζομαι / να αγγελιαστώ | να έχεις αγγελιαστεί / να αγγελιάζεσαι / να αγγελιαστείς | να έχει αγγελιαστεί / να αγγελιάζεται / να αγγελιαστεί | να έχουμε αγγελιαστεί / να αγγελιαζόμαστε / να αγγελιαστούμε | να αγγελιάζεστε / να αγγελιαστείτε | να αγγελιάζονται / να αγγελιαστούν / να αγγελιαστούνε |
| Προστακτική | — | αγγελιάσου | — | — | αγγελιάζεστε / αγγελιαστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →