Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγγελοβάρεμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ο ξαφνικός, ο αιφνίδιος θάνατος Βικιλεξικό
    • Τότε συναίβει το αγγελοβάρεμα κι ο ναύτης έπεσε ξερός κάτω.
  2. το αγγελόκρουσμα, το χαροπάλεμα, το ψυχορράγημα. Βικιλεξικό
    • Ήρθε κι η ώρα του δικού του αγγελοβαρέματος.

Ετυμολογία

αγγελοβάρεμα < αγγελο- + βάρεμα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγγελοβάρεμααγγελοβαρέματα
Γενικήαγγελοβαρέματοςαγγελοβαρεμάτων
Αιτιατικήαγγελοβάρεμααγγελοβαρέματα
Κλητικήαγγελοβάρεμααγγελοβαρέματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →