Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγγιχτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που τον αγγίζουν Βικιλεξικό
  2. που έχει χρησιμοποιηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγγιχτός < αγγίζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγγιχτόςαγγιχτήαγγιχτό
Γενικήαγγιχτούαγγιχτήςαγγιχτού
Αιτιατικήαγγιχτόαγγιχτήαγγιχτό
Κλητικήαγγιχτέαγγιχτήαγγιχτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγγιχτοίαγγιχτέςαγγιχτά
Γενικήαγγιχτώναγγιχτώναγγιχτών
Αιτιατικήαγγιχτούςαγγιχτέςαγγιχτά
Κλητικήαγγιχτοίαγγιχτέςαγγιχτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

άγγιχτος

/ˈaŋ.ɟi.xtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. προφορικόσυνώνυμο του ανέγγιχτος Βικιλεξικό
    • Το μοναστήρι βρίσκεται σε μια άγγιχτη τοποθεσία, μακριά από την τουριστική κίνηση και την πολυκοσμία.
  2. μεταφορικάανέπαφος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άγγιχτος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἄγγιχτος < ἀγγίζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάγγιχτοςάγγιχτηάγγιχτο
Γενικήάγγιχτουάγγιχτηςάγγιχτου
Αιτιατικήάγγιχτοάγγιχτηάγγιχτο
Κλητικήάγγιχτεάγγιχτηάγγιχτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάγγιχτοιάγγιχτεςάγγιχτα
Γενικήάγγιχτωνάγγιχτωνάγγιχτων
Αιτιατικήάγγιχτουςάγγιχτεςάγγιχτα
Κλητικήάγγιχτοιάγγιχτεςάγγιχτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →