Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγκύρα

ουσιαστικό
•
  1. δοτική ενικού του άγκυρα (λόγιο) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

άγκυρα

/ˈaŋ.ɟi.ɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ναυτικός όροςεξάρτημα πλοίου κατασκευασμένο από μέταλλο, που χρησιμοποιείται για τη σταθεροποίηση της θέσης του όταν δεν κινείται Βικιλεξικό
    • Ο καπετάνιος έδωσε εντολή να ρίξουν την άγκυρα μόλις το πλοίο πλησίασε στον όρμο, ώστε να παραμείνει σταθερό παρά τον δυνατό αέρα.
  2. μεταφορικάκάτι που μπορεί να παρέχει σταθερότητα Βικιλεξικό
    • Σε εκείνη τη δύσκολη περίοδο της ζωής του, η οικογένειά του ήταν η άγκυρα που τον κράτησε όρθιο και δεν τον άφησε να καταρρεύσει.
  3. πληροφορικήείναι γενική έννοια στον προγραμματισμό που αναφέρεται σε θέση Βικιλεξικό
  4. πληροφορικήείναι γενική έννοια στον προγραμματισμό που αναφέρεται σε θέση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άγκυρα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄγκυρα : άγκυρα (για την πληροφορική) < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική anchor

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήάγκυραάγκυρες
Γενικήάγκυραςαγκυρών
Αιτιατικήάγκυραάγκυρες
Κλητικήάγκυραάγκυρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →