αγνίζω
•
- κάνω κάτι αγνό, εξαγνίζω, αποκαθαίρω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγνίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἁγνίζω < ἁγνός
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγνίζω | αγνίζεις | αγνίζει | αγνίζουμε | αγνίζετε | αγνίζουν / αγνίζουνε |
| Παρατατικός | άγνιζα | άγνιζες | άγνιζε | αγνίζαμε | αγνίζατε | άγνιζαν / αγνίζαν / αγνίζανε |
| Αόριστος | άγνισα | άγνισες | άγνισε | αγνίσαμε | αγνίσατε | άγνισαν / αγνίσαν / αγνίσανε |
| Μέλλοντας | θα αγνίζω / θα αγνίσω | θα αγνίζεις / θα αγνίσεις | θα αγνίζει / θα αγνίσει | θα αγνίζουμε / θα αγνίσουμε | θα αγνίζετε / θα αγνίσετε | θα αγνίζουν / θα αγνίζουνε / θα αγνίσουν / θα αγνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αγνίσει | έχεις αγνίσει | έχει αγνίσει | έχουμε αγνίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγνίσει | είχες αγνίσει | είχε αγνίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αγνίσει / να αγνίζω / να αγνίσω | να έχεις αγνίσει / να αγνίζεις / να αγνίσεις | να έχει αγνίσει / να αγνίζει / να αγνίσει | να έχουμε αγνίσει / να αγνίζουμε / να αγνίσουμε | να αγνίζετε / να αγνίσετε | να αγνίζουν / να αγνίζουνε / να αγνίσουν / να αγνίσουνε |
| Προστακτική | — | άγνιζε / άγνισε | — | — | αγνίζετε / αγνίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αγνίστηκααγνίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →