αδιαπότιστος
•
- που δεν έχει διαποτιστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδιαπότιστος < α- στερητικό + (διαποτίζω) διαποτισ- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιαπότιστος | αδιαπότιστη | αδιαπότιστο |
| Γενική | αδιαπότιστου | αδιαπότιστης | αδιαπότιστου |
| Αιτιατική | αδιαπότιστο | αδιαπότιστη | αδιαπότιστο |
| Κλητική | αδιαπότιστε | αδιαπότιστη | αδιαπότιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιαπότιστοι | αδιαπότιστες | αδιαπότιστα |
| Γενική | αδιαπότιστων | αδιαπότιστων | αδιαπότιστων |
| Αιτιατική | αδιαπότιστους | αδιαπότιστες | αδιαπότιστα |
| Κλητική | αδιαπότιστοι | αδιαπότιστες | αδιαπότιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →