Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμούσκευτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει μουσκευτεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμούσκευτος < α- + μουσκεύω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμούσκευτοςαμούσκευτηαμούσκευτο
Γενικήαμούσκευτουαμούσκευτηςαμούσκευτου
Αιτιατικήαμούσκευτοαμούσκευτηαμούσκευτο
Κλητικήαμούσκευτεαμούσκευτηαμούσκευτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμούσκευτοιαμούσκευτεςαμούσκευτα
Γενικήαμούσκευτωναμούσκευτωναμούσκευτων
Αιτιατικήαμούσκευτουςαμούσκευτεςαμούσκευτα
Κλητικήαμούσκευτοιαμούσκευτεςαμούσκευτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →