αδρότητα
•
- δύναμη Βικιλεξικό
- είναι γνωστός για την αδρότητα της σκέψης του
- πυκνότητα Βικιλεξικό
- αφθονία Βικιλεξικό
- μεστότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδρότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἁδρότης (δείτε και ελληνιστική κοινή ἁδροτής / ἁδρότης) Συγχρονικά αναλύεται σε αδρό(ς) + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αδρότητα | αδρότητες |
| Γενική | αδρότητας | αδροτήτων |
| Αιτιατική | αδρότητα | αδρότητες |
| Κλητική | αδρότητα | αδρότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →