αιτία
•
- το γεγονός που προκάλεσε ένα αποτέλεσμα Βικιλεξικό
- ο άνθρωπος που προκαλεί ένα αποτέλεσμα Βικιλεξικό
- Εσύ' σαι η αιτία που υποφέρω
- το αίτιο γενικά Βικιλεξικό
- Μη μου φορτώνεις την αιτία, εσύ ξεκίνησες τον καβγά
- αφορμή Βικιλεξικό
- Τρώγεσαι με τα ρούχα σου και γυρεύεις αιτία να τακωθούμε
- Μη δίνεις αιτίες να μας σχολιάζουν
- γραμματικήπτώσεις που δηλώνουν αιτία σε ορισμένες φράσεις (π.χ. γενική της αιτίας) Βικιλεξικό
- κουσούρι, πρόβλημα υγείας Βικιλεξικό
- όταν πουλάς το ζώο να λες και τις αιτίες του
- Εχει την αιτία του που το έκανε ο άνθρωπος (σοβαρό λόγο, κάποιο ντέρτι ή κάποια αρρώστια)
- παρωχημένομε την πρόθεση εις στη μεσαιωνική Ελλάδα προσδιόριζαν την πηγή της ασθένειας Βικιλεξικό
- Εις αιτίαν εντέρου
Ετυμολογία
αιτία < αρχαία ελληνικήαἰτία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αιτία | αιτίες |
| Γενική | αιτίας | αιτιών |
| Αιτιατική | αιτία | αιτίες |
| Κλητική | αιτία | αιτίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →