Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακαμάτης

/a.kaˈma.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο τεμπέλης Βικιλεξικό
  2. ως συμπεριφορικό αποτέλεσμαο αχαΐρευτος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακαμάτης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀκαμάτης < ἀ- στερητικό + κάματος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήακαμάτηςακαμάτηδες
Γενικήακαμάτηακαμάτηδων
Αιτιατικήακαμάτηακαμάτηδες
Κλητικήακαμάτηακαμάτηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ακαμάτης

/a.kaˈma.tis/επίθετο
•
  1. τεμπέλης, αυτός που αποφεύγει τον κάματο Βικιλεξικό
    • Ἄλλο ἂν εἶμαι ἀκαμάτης ἐγώ, ἂς ποῦμε, ἢ ὁ Παῦλος... ὁ γιός μου δουλεύει, τὸ κορίτσι πάει στὴν μοδίστρα. Καὶ μ᾽ ὅλα αὐτά, δὲν μποροῦμε ἀκόμα νὰ βγάλουμε τὰ νοίκια τῆς κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε γιὰ τὴ σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε γιὰ τὸν μπακάλη, γιὰ τὸ μανάβη, γιὰ τὸν τσαγκάρη, γιὰ τὸν ἔμπορο. Ἡ κόρη θέλει τὸ λοῦσό της, ὁ νέος θέλει τὸ καφενεῖό του, τὸ ροῦχό του, τὸ γλέντι του. Ὕστερα, κάμε προκοπή...
    • Όσο δραστήριος και ικανός ήταν ο Βασίλειος, τόσο ακαμάτης και ανίκανος ο αδελφός του.

Ετυμολογία

ακαμάτης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀκαμάτης < ἀ- στερητικό + κάματος

Άλλοι τύποι

ακαμάτικοακαμάτισσαακαμάτρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →