Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανέφικτος

/aˈne.fi.ktos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν μπορεί κανείς να τον φτάσει, να τον επιτύχει, να τον κατορθώσει Βικιλεξικό
    • Η Μάγδα παραγνωρίζει τη λογική, την υπερβαίνει, είναι αιθεροβάμων. Υποστηρίζει αυτό που είναι ακατόρθωτο, το ανέφικτο. (Παναγιώτης Τέτσης, Φαρμακείον Ευάγγελου Ραφαλιά, εκδ. Καστανιώτη, 2011)

Ετυμολογία

ανέφικτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνέφικτος < ἀ- στερητικό + ἐφικνέομαι + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανέφικτοςανέφικτηανέφικτο
Γενικήανέφικτουανέφικτηςανέφικτου
Αιτιατικήανέφικτοανέφικτηανέφικτο
Κλητικήανέφικτεανέφικτηανέφικτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανέφικτοιανέφικτεςανέφικτα
Γενικήανέφικτωνανέφικτωνανέφικτων
Αιτιατικήανέφικτουςανέφικτεςανέφικτα
Κλητικήανέφικτοιανέφικτεςανέφικτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →