ακινητοποιώ
•
- καθιστώ ακίνητο Βικιλεξικό
- η αστυνομία ακινητοποίησε το ύποπτο όχημα
Ετυμολογία
ακινητοποιώ < ακίνητος + ποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ακινητοποιώ | ακινητοποιείς | ακινητοποιεί | ακινητοποιούμε | ακινητοποιείτε | ακινητοποιούν / ακινητοποιούνε |
| Παρατατικός | ακινητοποιούσα | ακινητοποιούσες | ακινητοποιούσε | ακινητοποιούσαμε | ακινητοποιούσατε | ακινητοποιούσαν / ακινητοποιούσανε |
| Αόριστος | ακινητοποίησα | ακινητοποίησες | ακινητοποίησε | ακινητοποιήσαμε | ακινητοποιήσατε | ακινητοποίησαν / ακινητοποιήσαν / ακινητοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα ακινητοποιήσω / θα ακινητοποιώ | θα ακινητοποιήσεις / θα ακινητοποιείς | θα ακινητοποιήσει / θα ακινητοποιεί | θα ακινητοποιήσουμε / θα ακινητοποιούμε | θα ακινητοποιήσετε / θα ακινητοποιείτε | θα ακινητοποιήσουν / θα ακινητοποιήσουνε / θα ακινητοποιούν / θα ακινητοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω ακινητοποιήσει | έχεις ακινητοποιήσει | έχει ακινητοποιήσει | έχουμε ακινητοποιήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ακινητοποιήσει | είχες ακινητοποιήσει | είχε ακινητοποιήσει | είχαμε ακινητοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ακινητοποιήσει / να ακινητοποιήσω / να ακινητοποιώ | να έχεις ακινητοποιήσει / να ακινητοποιήσεις / να ακινητοποιείς | να έχει ακινητοποιήσει / να ακινητοποιήσει / να ακινητοποιεί | να έχουμε ακινητοποιήσει / να ακινητοποιήσουμε / να ακινητοποιούμε | να ακινητοποιήσετε / να ακινητοποιείτε | να ακινητοποιήσουν / να ακινητοποιήσουνε / να ακινητοποιούν / να ακινητοποιούνε |
| Προστακτική | — | έχε ακινητοποιημένο / ακινητοποίει / ακινητοποίησε | — | — | ακινητοποιήστε / ακινητοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →