Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακτινολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήο σχετικός με την ακτινολογία Βικιλεξικό
    • ακτινολογικός έλεγχος
    • ακτινολογική εξέταση
    • ακτινολογικό εύρημα
  2. το ουδέτερο (το ακτινολογικό) χρησιμοποιείται και ως ουσιαστικό Βικιλεξικό
    • Ο ασθενής με το νούμερο 3 να περάσει στο ακτινολογικό (εννοείται: στο ακτινολογικό τμήμα του νοσοκομείου)

Ετυμολογία

ακτινολογικός < ακτινολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακτινολογικόςακτινολογικήακτινολογικό
Γενικήακτινολογικούακτινολογικήςακτινολογικού
Αιτιατικήακτινολογικόακτινολογικήακτινολογικό
Κλητικήακτινολογικέακτινολογικήακτινολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακτινολογικοίακτινολογικέςακτινολογικά
Γενικήακτινολογικώνακτινολογικώνακτινολογικών
Αιτιατικήακτινολογικούςακτινολογικέςακτινολογικά
Κλητικήακτινολογικοίακτινολογικέςακτινολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →