ακτινολογικός
•
- ιατρικήο σχετικός με την ακτινολογία Βικιλεξικό
- ακτινολογικός έλεγχος
- ακτινολογική εξέταση
- ακτινολογικό εύρημα
- το ουδέτερο (το ακτινολογικό) χρησιμοποιείται και ως ουσιαστικό Βικιλεξικό
- Ο ασθενής με το νούμερο 3 να περάσει στο ακτινολογικό (εννοείται: στο ακτινολογικό τμήμα του νοσοκομείου)
Ετυμολογία
ακτινολογικός < ακτινολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακτινολογικός | ακτινολογική | ακτινολογικό |
| Γενική | ακτινολογικού | ακτινολογικής | ακτινολογικού |
| Αιτιατική | ακτινολογικό | ακτινολογική | ακτινολογικό |
| Κλητική | ακτινολογικέ | ακτινολογική | ακτινολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακτινολογικοί | ακτινολογικές | ακτινολογικά |
| Γενική | ακτινολογικών | ακτινολογικών | ακτινολογικών |
| Αιτιατική | ακτινολογικούς | ακτινολογικές | ακτινολογικά |
| Κλητική | ακτινολογικοί | ακτινολογικές | ακτινολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →