αλλοτριωτικός
•
- που έχει σχέση με την αλλοτρίωση, αναφέρεται σʼ αυτή ή την προκαλεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλλοτριωτικός < αλλοτριώνω + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική aliénant)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλλοτριωτικός | αλλοτριωτική | αλλοτριωτικό |
| Γενική | αλλοτριωτικού | αλλοτριωτικής | αλλοτριωτικού |
| Αιτιατική | αλλοτριωτικό | αλλοτριωτική | αλλοτριωτικό |
| Κλητική | αλλοτριωτικέ | αλλοτριωτική | αλλοτριωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλλοτριωτικοί | αλλοτριωτικές | αλλοτριωτικά |
| Γενική | αλλοτριωτικών | αλλοτριωτικών | αλλοτριωτικών |
| Αιτιατική | αλλοτριωτικούς | αλλοτριωτικές | αλλοτριωτικά |
| Κλητική | αλλοτριωτικοί | αλλοτριωτικές | αλλοτριωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →