Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλουστράριστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει λουστραριστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλουστράριστος < α- + λουστράρω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλουστράριστοςαλουστράριστηαλουστράριστο
Γενικήαλουστράριστουαλουστράριστηςαλουστράριστου
Αιτιατικήαλουστράριστοαλουστράριστηαλουστράριστο
Κλητικήαλουστράριστεαλουστράριστηαλουστράριστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλουστράριστοιαλουστράριστεςαλουστράριστα
Γενικήαλουστράριστωναλουστράριστωναλουστράριστων
Αιτιατικήαλουστράριστουςαλουστράριστεςαλουστράριστα
Κλητικήαλουστράριστοιαλουστράριστεςαλουστράριστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →