Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμανάτι

/a.maˈna.ti/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοπαρακαταθήκη Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοενέχυρο, υποθήκη Βικιλεξικό
  3. προφορικόγια κάτι μάλλον ανεπιθύμητο που εγκαταλείφθηκε στην εποπτεία άλλων Βικιλεξικό
    • Ο συγκάτοικός μου πήρε των ομματιών του και μου έμειναν αμανάτι τα βρωμοκατσαρολικά του.
  4. οικείογια κάποιον που έμεινε μόνος του Βικιλεξικό
    • Εμένα μ' αφήσαν αμανάτι εδωπέρα κι αυτοί πήγανε εκδρομή.

Ετυμολογία

αμανάτι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική امانت (emânet) (τουρκική emanet) + -ι < αραβική أمانات (ʾamānāt) πληθυντικός του أمانة (ʾamāna)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμανάτιαμανάτια
Γενικήαμανατιούαμανατιών
Αιτιατικήαμανάτιαμανάτια
Κλητικήαμανάτιαμανάτια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →