αμανάτι
•
- παρωχημένοπαρακαταθήκη Βικιλεξικό
- παρωχημένοενέχυρο, υποθήκη Βικιλεξικό
- προφορικόγια κάτι μάλλον ανεπιθύμητο που εγκαταλείφθηκε στην εποπτεία άλλων Βικιλεξικό
- Ο συγκάτοικός μου πήρε των ομματιών του και μου έμειναν αμανάτι τα βρωμοκατσαρολικά του.
- οικείογια κάποιον που έμεινε μόνος του Βικιλεξικό
- Εμένα μ' αφήσαν αμανάτι εδωπέρα κι αυτοί πήγανε εκδρομή.
Ετυμολογία
αμανάτι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική امانت (emânet) (τουρκική emanet) + -ι < αραβική أمانات (ʾamānāt) πληθυντικός του أمانة (ʾamāna)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμανάτι | αμανάτια |
| Γενική | αμανατιού | αμανατιών |
| Αιτιατική | αμανάτι | αμανάτια |
| Κλητική | αμανάτι | αμανάτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →