υποθήκη
•
- νομικός όροςδέσμευση ακίνητης περιουσίας ως εγγύηση για την εξόφληση χρέους Βικιλεξικό
- έβαλα υποθήκη το σπίτι μας για να πάρω το δάνειο
- η συμβουλή ή παραίνεση και ιδιαίτερα οι συμβουλές που αφήνει ένας πατέρας στον γιο του ή ένας πολιτικός ηγέτης στο λαό του ύστερα από το θάνατο του Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάτι το οποίο θα έχει αρνητική εξέλιξη ή θα επηρεάσει αρνητικά το μέλλον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποθήκη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑποθήκη < ὑποτίθημι < ὑπό + τίθημι. Μορφολογικά αναλύεται σε υπο- + -θήκη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υποθήκη | υποθήκες |
| Γενική | υποθήκης | υποθηκών |
| Αιτιατική | υποθήκη | υποθήκες |
| Κλητική | υποθήκη | υποθήκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →