ανάδυση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αναδύομαι, η άνοδος στην επιφάνεια (από το βυθό) Βικιλεξικό
- λέμε «η ανάδυση του δύτη» αλλά «η ανέλκυση του Τιτανικού»
- τα υποβρύχια διαθέτουν σύστημα ανάδυσης
- Η ψυχολατρία (ανιμισμός) που διακρίνεται σε όλο το μυθιστόρημα, η έλλειψη κάθε αισθήματος αυτού που αποκαλούμε παράδοση, το διαρκές παρόν της πρωτόγονης συνείδησης διασαλεύονται από την ανάδυση της ατομικότητας που επιθυμεί να διαφέρει, να δημιουργήσει το χρόνο της και να δηλώνει σε συλλογικό επίπεδο τη διαφορετική της χρονική αίσθηση. (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 377-380, 1997)
- μεταφορικάη σταδιακή εμφάνιση Βικιλεξικό
- η ανάδυση στο προσκήνιο
- η ανάδυση μιας νέας ιδεολογίας
- μετά την αποτοξίνωση της κόρης τους, οι γονείς της διαπίστωσαν σε εκείνην την ανάδυση μιας νέας προσωπικότητας
Ετυμολογία
ανάδυση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνάδυ(σις) + -ση < ἀναδύομαι < ἀνά και δύομαι : για τη μεταφορική σημασία <απόδοση για την αγγλική emergence
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάδυση | αναδύσεις |
| Γενική | ανάδυσης | αναδύσεων |
| Αιτιατική | ανάδυση | αναδύσεις |
| Κλητική | ανάδυση | αναδύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →