αναδυόμενος
•
- που αναδύεται, που ξεπροβάλλει μέσα από το νερό Βικιλεξικό
- παράσταση της αναδυομένης Αφροδίτης
- που ξεπροβάλλει, που αρχίζει τωρα να αναπτύσσεται σημαντικά, να μεγαλώνει σε μέγεθος και σημασία Βικιλεξικό
- οι αναδυόμενες αγορές της ΝΑ Ασίας
Ετυμολογία
αναδυόμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα αναδύομαι
Άλλοι τύποι
αναδυόμενααναδυόμενεαναδυόμενεςαναδυόμενηαναδυόμενηςαναδυόμενοαναδυόμενοιαναδυόμενοςαναδυόμενουαναδυόμενουςαναδυόμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →