αναδύομαι
•
- ξεπροβάλλω από το βυθό της θάλασσας, λίμνης στην επιφάνειά της Βικιλεξικό
- ξεπροβάλλω από το υπέδαφος στην επιφάνεια της γης Βικιλεξικό
- ξεπροβάλλω μέσα από κάτι που με έκρυβε και γίνομαι αντιληπτός Βικιλεξικό
- μεταφορικάβγαίνω από την αφάνεια, μέσα από πολλές δυσκολίες και γίνομαι δυνατός και σημαντικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναδύομαι < αρχαία ελληνική ἀναδύομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναδύομαι | αναδύεσαι | αναδύεται | αναδυόμαστε | αναδύεστε | αναδύονται |
| Παρατατικός | αναδυόμουν / αναδυόμουνα | αναδυόσουν / αναδυόσουνα | αναδυόταν / αναδυότανε | αναδυόμασταν / αναδυόμαστε | αναδυόσασταν / αναδυόσαστε | αναδυόντουσαν / αναδύονταν |
| Αόριστος | αναδύθηκα | αναδύθηκες | αναδύθηκε | αναδυθήκαμε | αναδυθήκατε | αναδυθήκαν / αναδυθήκανε / αναδύθηκαν |
| Μέλλοντας | θα αναδυθώ / θα αναδύομαι | θα αναδυθείς / θα αναδύεσαι | θα αναδυθεί / θα αναδύεται | θα αναδυθούμε / θα αναδυόμαστε | θα αναδυθείτε / θα αναδύεστε | θα αναδυθούν / θα αναδυθούνε / θα αναδύονται |
| Παρακείμενος | έχω αναδυθεί | έχεις αναδυθεί | έχει αναδυθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναδυθεί | είχες αναδυθεί | είχε αναδυθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναδυθεί / να αναδυθώ / να αναδύομαι | να έχεις αναδυθεί / να αναδυθείς / να αναδύεσαι | να έχει αναδυθεί / να αναδυθεί / να αναδύεται | να αναδυθούμε / να αναδυόμαστε | να αναδυθείτε / να αναδύεστε | να αναδυθούν / να αναδυθούνε / να αναδύονται |
| Προστακτική | — | αναδύου / αναδύσου | — | — | αναδυθείτε / αναδύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →