ανάλογα
•
- σε συμφωνία με κάτι, κατ' αναλογία, λαμβάνοντας έμμεσα και γενικά υπόψη κάποια μεγέθη (όχι απαραιτήτως κυριολεκτικά με ακριβείς αναλογίες και αναλογικά) Βικιλεξικό
- Ο τεμαχισμός πρέπει να γίνει ανάλογα με τις διαστάσεις που θέλουμε να δώσουμε
- Το χαράτσι λογαριάζεται ανάλογα με τα τετραγωνικά του σπιτιού, την παλαιότητα, ...
- Δεν διάβασε, αλλά συγκέντρωσε ως εκ θαύματος 15.900 μόρια, καλά έγραψε. Ανάλογα με το διάβασμά του, θα έλεγα ότι έγραψε παραπάνω κι από τέλεια.
- σύμφωνα με τις συνθήκες, σε αναλογία με κάποιο άλλο μέγεθος, με το μέγεθος ενός παράγοντα που εμείς θεωρούμε ουσιαστικό ή που όντως είναι Βικιλεξικό
- -Θα πάτε στην Κρήτη φέτος; -Θα δούμε· ανάλογα με τα κέφια μας.
- απόλυτοταιριαστά, με τον τρόπο που αρμόζει, με τρόπο αντίστοιχο Βικιλεξικό
- Αφού αυτός είναι γαϊδούρι, αν του απαντούσα ευγενικά θα ήταν ξένη γλώσσα για δαύτον. Του μίλησα λοιπόν ανάλογα για να συνεννοηθούμε.
- Έπρεπε να ξοδέψω για καλό φουστάνι, γιατί όπως καταλαβαίνεις έπρεπε να ντυθώ ανάλογα.
Ετυμολογία
ανάλογα < (λόγιο δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναλόγως + -α
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →