ανάρρωση
•
- η βελτίωση της κατάστασης της υγείας ενός ασθενούς και η φάση κατά την οποία αρχίζει πλέον να ανακτά τις δυνάμεις του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανάρρωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνάρρωσις + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάρρωση | αναρρώσεις |
| Γενική | ανάρρωσης | αναρρώσεων |
| Αιτιατική | ανάρρωση | αναρρώσεις |
| Κλητική | ανάρρωση | αναρρώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →