αναίσθητος
•
- που χάνει τις αισθήσεις του από χτύπημα ή ασθένεια ή λήψη φαρμάκων που προκαλούν καταστολή ή νάρκωση Βικιλεξικό
- Πήρε κάτι χάπια και έμεινε αναίσθητος για 5 ώρες.
- Έπεσε κάτω αναίσθητος μόλις το άκουσε, λιποθύμησε.
- Έμεινε αναίσθητος από το χτύπημα.
- μεταφορικάπου δεν τρέφει αισθήματα, που δε συγκινείται, που δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες άλλων ατόμων ή και σε τυχόν συναισθηματική προσβολή του ίδιου Βικιλεξικό
- Διαβάζοντας την είδηση, χρειάστηκε να ελέγξω 3 φορές για να σιγουρευτώ πως το ημερολόγιο δεν έγραφε ακόμη "1η Απριλίου" και ότι κάποιος αναίσθητος φαρσέρ, με άκρως διεστραμμένη και αρρωστημένη αίσθηση του χιούμορ, δεν προσπαθούσε να μας βάλει στο πνεύμα της δικής του ψυχανωμαλίας. (Ευτυχώς, δεν είναι εντελώς τυφλή! Αλλά…, Capital, 5/4/2023 https://www.capital.gr/o-petros-lazos-grafei/3708318/eutuxos-den-einai-entelos-tufli-alla/)
- Δεν ιδρώνει τ' αυτί του, είναι αναίσθητος.
- Μην προσπαθείς να τον φέρεις στο φιλότιμο, είναι αναίσθητος.
Ετυμολογία
αναίσθητος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναίσθητος < ἀν- (στερητικό αν-) + αἰσθητός < αἰσθάνομαι
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναίσθητος | αναίσθητη | αναίσθητο |
| Γενική | αναίσθητου | αναίσθητης | αναίσθητου |
| Αιτιατική | αναίσθητο | αναίσθητη | αναίσθητο |
| Κλητική | αναίσθητε | αναίσθητη | αναίσθητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναίσθητοι | αναίσθητες | αναίσθητα |
| Γενική | αναίσθητων | αναίσθητων | αναίσθητων |
| Αιτιατική | αναίσθητους | αναίσθητες | αναίσθητα |
| Κλητική | αναίσθητοι | αναίσθητες | αναίσθητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →