Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναβαλλόμενος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επίπληξη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναβαλλόμενος < # μετοχή παθητικού παρακειμένου αναβάλλω # ελληνιστική ἀναβαλλόμενος < από την έκφραση "ἀκούω (ή ψέλνω) τὸν ἀναβαλλόμενο" < από τη μη σημασιολογικά συγγενή λέξη "ἀναβαλλόμενος" που υπάρχει στην αρχή του εκτεταμένου ψαλμού 103 « Τῷ Δαυῒδ » (εξ αιτίας της μεγάλης χρονικής διάρκειας του ψαλμού). #:Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον. Κύριε ὁ Θεός μου, ἐμεγαλύνθης σφόδρα, ἐξομολόγησιν καὶ μεγαλοπρέπειαν ἐνεδύσω ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον...

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναβαλλόμενη / αναβαλλόμενος / αναβαλλόμενοαναβαλλόμενες / αναβαλλόμενοι / αναβαλλόμενα
Γενικήαναβαλλόμενης / αναβαλλόμενου / αναβαλλόμενουαναβαλλόμενων / αναβαλλόμενων / αναβαλλόμενων
Αιτιατικήαναβαλλόμενη / αναβαλλόμενο / αναβαλλόμενοαναβαλλόμενες / αναβαλλόμενους / αναβαλλόμενα
Κλητικήαναβαλλόμενη / αναβαλλόμενε / αναβαλλόμενοαναβαλλόμενες / αναβαλλόμενοι / αναβαλλόμενα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αναβαλλόμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπου αναβάλλεται συνέχεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναβαλλόμενος < # μετοχή παθητικού παρακειμένου αναβάλλω # ελληνιστική ἀναβαλλόμενος < από την έκφραση "ἀκούω (ή ψέλνω) τὸν ἀναβαλλόμενο" < από τη μη σημασιολογικά συγγενή λέξη "ἀναβαλλόμενος" που υπάρχει στην αρχή του εκτεταμένου ψαλμού 103 « Τῷ Δαυῒδ » (εξ αιτίας της μεγάλης χρονικής διάρκειας του ψαλμού). #:Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον. Κύριε ὁ Θεός μου, ἐμεγαλύνθης σφόδρα, ἐξομολόγησιν καὶ μεγαλοπρέπειαν ἐνεδύσω ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον...

Άλλοι τύποι

αναβαλλόμενααναβαλλόμενεαναβαλλόμενεςαναβαλλόμενηαναβαλλόμενηςαναβαλλόμενοαναβαλλόμενοιαναβαλλόμενοςαναβαλλόμενουαναβαλλόμενουςαναβαλλόμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →