αναγαλλιάζω
•
- αμετάβατοαισθάνομαι ευφροσύνη, μεγάλη χαρά και αγαλλίαση Βικιλεξικό
- μεταβατικόευφραίνω, χαροποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναγαλλιάζω < ανα- + αγαλλιάζω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀγάλλω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναγαλλιάζω | αναγαλλιάζεις | αναγαλλιάζει | αναγαλλιάζουμε | αναγαλλιάζετε | αναγαλλιάζουν / αναγαλλιάζουνε |
| Παρατατικός | αναγάλλιαζα | αναγάλλιαζες | αναγάλλιαζε | αναγαλλιάζαμε | αναγαλλιάζατε | αναγάλλιαζαν / αναγαλλιάζαν / αναγαλλιάζανε |
| Αόριστος | αναγάλλιασα | αναγάλλιασες | αναγάλλιασε | αναγαλλιάσαμε | αναγαλλιάσατε | αναγάλλιασαν / αναγαλλιάσαν / αναγαλλιάσανε |
| Μέλλοντας | θα αναγαλλιάζω / θα αναγαλλιάσω | θα αναγαλλιάζεις / θα αναγαλλιάσεις | θα αναγαλλιάζει / θα αναγαλλιάσει | θα αναγαλλιάζουμε / θα αναγαλλιάσουμε | θα αναγαλλιάζετε / θα αναγαλλιάσετε | θα αναγαλλιάζουν / θα αναγαλλιάζουνε / θα αναγαλλιάσουν / θα αναγαλλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναγαλλιάσει | έχεις αναγαλλιάσει | έχει αναγαλλιάσει | έχουμε αναγαλλιάσει | έχετε αναγαλλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναγαλλιάσει | είχες αναγαλλιάσει | είχε αναγαλλιάσει | είχαμε αναγαλλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναγαλλιάσει / να αναγαλλιάζω / να αναγαλλιάσω | να έχεις αναγαλλιάσει / να αναγαλλιάζεις / να αναγαλλιάσεις | να έχει αναγαλλιάσει / να αναγαλλιάζει / να αναγαλλιάσει | να έχουμε αναγαλλιάσει / να αναγαλλιάζουμε / να αναγαλλιάσουμε | να έχετε αναγαλλιάσει / να αναγαλλιάζετε / να αναγαλλιάσετε | να αναγαλλιάζουν / να αναγαλλιάζουνε / να αναγαλλιάσουν / να αναγαλλιάσουνε |
| Προστακτική | — | αναγάλλιαζε / αναγάλλιασε | — | — | αναγαλλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αναγαλλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →