αναγορεύω
•
- απονέμω τίτλο ή αξίωμα στο πλαίσιο κάποιας τελετής Βικιλεξικό
- Θεμελιώδης αρχή του πολιτεύματος είναι να αναγορεύει ο λαός τους άρχοντές του.
- μεταφορικάχρίζω κάτι ή κάποιον, ανακηρύσσω Βικιλεξικό
- Τεχνολογία, κεφάλαιο, ανθρώπινο κεφάλαιο, υποδομές και οργάνωση έχουν αναγορευθεί σε καθοριστικά μεγέθη του ανταγωνισμού.
- παρωχημένοκατηγορώ άδικα, κακολογώ, δυσφημώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναγορεύω < αρχαία ελληνική ἀναγορεύω < ἀγορεύω < ἀγορά < ἀγείρω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναγορεύω | αναγορεύεις | αναγορεύει | αναγορεύουμε | αναγορεύετε | αναγορεύουν / αναγορεύουνε |
| Παρατατικός | αναγόρευα | αναγόρευες | αναγόρευε | αναγορεύαμε | αναγορεύατε | αναγορεύαν / αναγορεύανε / αναγόρευαν |
| Αόριστος | αναγόρευσα | αναγόρευσες | αναγόρευσε | αναγορεύσαμε | αναγορεύσατε | αναγορεύσαν / αναγορεύσανε / αναγόρευσαν |
| Μέλλοντας | θα αναγορεύσω / θα αναγορεύω | θα αναγορεύεις / θα αναγορεύσεις | θα αναγορεύει / θα αναγορεύσει | θα αναγορεύουμε / θα αναγορεύσουμε | θα αναγορεύετε / θα αναγορεύσετε | θα αναγορεύουν / θα αναγορεύουνε / θα αναγορεύσουν / θα αναγορεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναγορεύσει | έχεις αναγορεύσει | έχει αναγορεύσει | έχουμε αναγορεύσει | έχετε αναγορεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναγορεύσει | είχες αναγορεύσει | είχε αναγορεύσει | είχαμε αναγορεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναγορεύσει / να αναγορεύσω / να αναγορεύω | να έχεις αναγορεύσει / να αναγορεύεις / να αναγορεύσεις | να έχει αναγορεύσει / να αναγορεύει / να αναγορεύσει | να έχουμε αναγορεύσει / να αναγορεύουμε / να αναγορεύσουμε | να έχετε αναγορεύσει / να αναγορεύετε / να αναγορεύσετε | να αναγορεύουν / να αναγορεύουνε / να αναγορεύσουν / να αναγορεύσουνε |
| Προστακτική | — | αναγόρευε / αναγόρευσε | — | — | αναγορεύετε / αναγορεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →