αναθεωρητισμός
•
- φιλοσοφίααναθεωρητική τάση επί φιλοσοφικών ιδεών Βικιλεξικό
- ιστορίαιστορική αναθεώρηση κυρίως με πολιτικά κίνητρα και σπανιότερα επιστημονικά Βικιλεξικό
- νεολογισμόςη αναθεώρηση ή η προσπάθεια αναθεώρησης τού στάτους κβο, των συμφωνιών, της υπάρχουσας κατάστασης κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναθεωρητισμός < αναθεωρητής + -ισμός < αναθεωρώ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική révisionnisme)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναθεωρητισμός | αναθεωρητισμοί |
| Γενική | αναθεωρητισμού | αναθεωρητισμών |
| Αιτιατική | αναθεωρητισμό | αναθεωρητισμούς |
| Κλητική | αναθεωρητισμέ | αναθεωρητισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →