Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναθεωρητισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. φιλοσοφίααναθεωρητική τάση επί φιλοσοφικών ιδεών Βικιλεξικό
  2. ιστορίαιστορική αναθεώρηση κυρίως με πολιτικά κίνητρα και σπανιότερα επιστημονικά Βικιλεξικό
  3. νεολογισμόςη αναθεώρηση ή η προσπάθεια αναθεώρησης τού στάτους κβο, των συμφωνιών, της υπάρχουσας κατάστασης κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναθεωρητισμός < αναθεωρητής + -ισμός < αναθεωρώ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική révisionnisme)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναθεωρητισμόςαναθεωρητισμοί
Γενικήαναθεωρητισμούαναθεωρητισμών
Αιτιατικήαναθεωρητισμόαναθεωρητισμούς
Κλητικήαναθεωρητισμέαναθεωρητισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →