Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανακυκλωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ανακύκλωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανακυκλωτικός < ανακυκλώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανακυκλωτικόςανακυκλωτικήανακυκλωτικό
Γενικήανακυκλωτικούανακυκλωτικήςανακυκλωτικού
Αιτιατικήανακυκλωτικόανακυκλωτικήανακυκλωτικό
Κλητικήανακυκλωτικέανακυκλωτικήανακυκλωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανακυκλωτικοίανακυκλωτικέςανακυκλωτικά
Γενικήανακυκλωτικώνανακυκλωτικώνανακυκλωτικών
Αιτιατικήανακυκλωτικούςανακυκλωτικέςανακυκλωτικά
Κλητικήανακυκλωτικοίανακυκλωτικέςανακυκλωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →