ανακυκλωτικός
•
- που έχει σχέση με την ανακύκλωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακυκλωτικός < ανακυκλώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανακυκλωτικός | ανακυκλωτική | ανακυκλωτικό |
| Γενική | ανακυκλωτικού | ανακυκλωτικής | ανακυκλωτικού |
| Αιτιατική | ανακυκλωτικό | ανακυκλωτική | ανακυκλωτικό |
| Κλητική | ανακυκλωτικέ | ανακυκλωτική | ανακυκλωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανακυκλωτικοί | ανακυκλωτικές | ανακυκλωτικά |
| Γενική | ανακυκλωτικών | ανακυκλωτικών | ανακυκλωτικών |
| Αιτιατική | ανακυκλωτικούς | ανακυκλωτικές | ανακυκλωτικά |
| Κλητική | ανακυκλωτικοί | ανακυκλωτικές | ανακυκλωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →