Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδιαφιλονίκητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για κάτι ή κάποιον επί του οποίου (συνήθως: για την υπεροχή του οποίου) δεν υπάρχει καμιά διαφωνία ή αμφισβήτηση Βικιλεξικό
    • ήταν ο αδιαφιλονίκητος νικητής του διαγωνισμού
    • Δύο από τις μεγαλύτερες πολιτισμικές αξίες του 20ού αιώνα υπήρξαν ο επαναστάτης με αιτία και ο επαγγελματίας ψυχαγωγός. Όταν ο επαναστάτης είδε την πραγματικότητα να μετατρέπει το όνειρό του σε εφιάλτη, ο επαγγελματίας ψυχαγωγός αναγορεύτηκε ο μόνος αδιαφιλονίκητος σύγχρονος θεός με άμβωνά του την τηλεόραση και λόγο του το δράμα. (ΤΟ ΒΗΜΑ, Reality shows, 2008/11/24/11/2008 *)

Ετυμολογία

αδιαφιλονίκητος < α- στερητικό + (διαφιλονικώ) διαφιλονικη- + -τος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική incontestable, indisputable

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιαφιλονίκητοςαδιαφιλονίκητηαδιαφιλονίκητο
Γενικήαδιαφιλονίκητουαδιαφιλονίκητηςαδιαφιλονίκητου
Αιτιατικήαδιαφιλονίκητοαδιαφιλονίκητηαδιαφιλονίκητο
Κλητικήαδιαφιλονίκητεαδιαφιλονίκητηαδιαφιλονίκητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιαφιλονίκητοιαδιαφιλονίκητεςαδιαφιλονίκητα
Γενικήαδιαφιλονίκητωναδιαφιλονίκητωναδιαφιλονίκητων
Αιτιατικήαδιαφιλονίκητουςαδιαφιλονίκητεςαδιαφιλονίκητα
Κλητικήαδιαφιλονίκητοιαδιαφιλονίκητεςαδιαφιλονίκητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →