Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αξιόχρεος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου πληρώνει τα χρέη του και μπορείς να τον εμπιστευτείς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αξιόχρεος < αρχαία ελληνική ἀξιόχρεως

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξιόχρεοςαξιόχρεηαξιόχρεο
Γενικήαξιόχρεουαξιόχρεηςαξιόχρεου
Αιτιατικήαξιόχρεοαξιόχρεηαξιόχρεο
Κλητικήαξιόχρεεαξιόχρεηαξιόχρεο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαξιόχρεοιαξιόχρεεςαξιόχρεα
Γενικήαξιόχρεωναξιόχρεωναξιόχρεων
Αιτιατικήαξιόχρεουςαξιόχρεεςαξιόχρεα
Κλητικήαξιόχρεοιαξιόχρεεςαξιόχρεα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →