Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναπυροδοτώ

ρήμα
•
  1. σπάνιοπυροδοτώ εκ νέου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναπυροδοτώ < ανα- + πυροδοτώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαναπυροδοτώαναπυροδοτείςαναπυροδοτείαναπυροδοτούμεαναπυροδοτείτεαναπυροδοτούν / αναπυροδοτούνε
Παρατατικόςαναπυροδοτούσααναπυροδοτούσεςαναπυροδοτούσεαναπυροδοτούσαμεαναπυροδοτούσατεαναπυροδοτούσαν / αναπυροδοτούσανε
Αόριστοςαναπυροδότησααναπυροδότησεςαναπυροδότησεαναπυροδοτήσαμεαναπυροδοτήσατεαναπυροδοτήσαν / αναπυροδοτήσανε / αναπυροδότησαν
Μέλλονταςθα αναπυροδοτήσω / θα αναπυροδοτώθα αναπυροδοτήσεις / θα αναπυροδοτείςθα αναπυροδοτήσει / θα αναπυροδοτείθα αναπυροδοτήσουμε / θα αναπυροδοτούμεθα αναπυροδοτήσετε / θα αναπυροδοτείτεθα αναπυροδοτήσουν / θα αναπυροδοτήσουνε / θα αναπυροδοτούν / θα αναπυροδοτούνε
Παρακείμενοςέχω αναπυροδοτήσειέχεις αναπυροδοτήσειέχει αναπυροδοτήσειέχουμε αναπυροδοτήσειέχετε αναπυροδοτήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αναπυροδοτήσειείχες αναπυροδοτήσειείχε αναπυροδοτήσειείχαμε αναπυροδοτήσει——
Υποτακτικήνα έχω αναπυροδοτήσει / να αναπυροδοτήσω / να αναπυροδοτώνα έχεις αναπυροδοτήσει / να αναπυροδοτήσεις / να αναπυροδοτείςνα έχει αναπυροδοτήσει / να αναπυροδοτήσει / να αναπυροδοτείνα έχουμε αναπυροδοτήσει / να αναπυροδοτήσουμε / να αναπυροδοτούμενα έχετε αναπυροδοτήσει / να αναπυροδοτήσετε / να αναπυροδοτείτενα αναπυροδοτήσουν / να αναπυροδοτήσουνε / να αναπυροδοτούν / να αναπυροδοτούνε
Προστακτική—αναπυροδότει / αναπυροδότησε——αναπυροδοτήστε / αναπυροδοτείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →