αναπυροδοτώ
•
- σπάνιοπυροδοτώ εκ νέου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναπυροδοτώ < ανα- + πυροδοτώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναπυροδοτώ | αναπυροδοτείς | αναπυροδοτεί | αναπυροδοτούμε | αναπυροδοτείτε | αναπυροδοτούν / αναπυροδοτούνε |
| Παρατατικός | αναπυροδοτούσα | αναπυροδοτούσες | αναπυροδοτούσε | αναπυροδοτούσαμε | αναπυροδοτούσατε | αναπυροδοτούσαν / αναπυροδοτούσανε |
| Αόριστος | αναπυροδότησα | αναπυροδότησες | αναπυροδότησε | αναπυροδοτήσαμε | αναπυροδοτήσατε | αναπυροδοτήσαν / αναπυροδοτήσανε / αναπυροδότησαν |
| Μέλλοντας | θα αναπυροδοτήσω / θα αναπυροδοτώ | θα αναπυροδοτήσεις / θα αναπυροδοτείς | θα αναπυροδοτήσει / θα αναπυροδοτεί | θα αναπυροδοτήσουμε / θα αναπυροδοτούμε | θα αναπυροδοτήσετε / θα αναπυροδοτείτε | θα αναπυροδοτήσουν / θα αναπυροδοτήσουνε / θα αναπυροδοτούν / θα αναπυροδοτούνε |
| Παρακείμενος | έχω αναπυροδοτήσει | έχεις αναπυροδοτήσει | έχει αναπυροδοτήσει | έχουμε αναπυροδοτήσει | έχετε αναπυροδοτήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναπυροδοτήσει | είχες αναπυροδοτήσει | είχε αναπυροδοτήσει | είχαμε αναπυροδοτήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναπυροδοτήσει / να αναπυροδοτήσω / να αναπυροδοτώ | να έχεις αναπυροδοτήσει / να αναπυροδοτήσεις / να αναπυροδοτείς | να έχει αναπυροδοτήσει / να αναπυροδοτήσει / να αναπυροδοτεί | να έχουμε αναπυροδοτήσει / να αναπυροδοτήσουμε / να αναπυροδοτούμε | να έχετε αναπυροδοτήσει / να αναπυροδοτήσετε / να αναπυροδοτείτε | να αναπυροδοτήσουν / να αναπυροδοτήσουνε / να αναπυροδοτούν / να αναπυροδοτούνε |
| Προστακτική | — | αναπυροδότει / αναπυροδότησε | — | — | αναπυροδοτήστε / αναπυροδοτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →