αναφέρω
•
- μιλώ για κάτι, κάνω μια αναφορά σε κάτι Βικιλεξικό
- ο ομιλητής ανέφερε ότι οι προοπτικές για το νέο προϊόν διαγράφονται αισιόδοξες
- μιλώ για κάτι χωρίς να δίνω πολλές λεπτομέρειες Βικιλεξικό
- απλώς το ανέφερε σε μια κουβέντα ότι έχει κάποια οικογενειακά προβλήματα, δεν μας είπε κάτι παραπάνω
- κάνω κάτι γνωστό, ανακοινώνω Βικιλεξικό
- ο δημοσιογράφος ανέφερε ότι γίνονται συγκρούσεις έξω από την πολιορκημένη πόλη
- ανακοινώνω γραπτά ή προφορικά κάτι σε ανώτερό μου σχετικά με εργασία, υπηρεσία ή ευθύνη που έχω αναλάβει Βικιλεξικό
- ο αστυνομικός πήγε να αναφέρει στο διοικητή του αστυνομικού τμήματος για το περιστατικό
- ο αστυνομικός πήγε να αναφέρει το περιστατικό στο διοικητή του αστυνομικού τμήματος
- κάνω σε κάποιον (εναντίον κάποιου) αναφορά, γνωστοποιώ μια επιλήψιμη πράξη του σε ανώτερους Βικιλεξικό
- θα σε αναφέρω στο διοικητή, αν δεν εκτελέσεις τη διαταγή
- θα αναφέρω την απειθαρχία σου στο διοικητή
- συνυπολογίζω, προσμετρώ κάτι σε ένα σύνολο Βικιλεξικό
- οι δυσκολίες για την κυβέρνηση είναι ήδη πολύ μεγάλες, και χωρίς να αναφέρουμε τη λαϊκή δυσαρέσκεια
Ετυμολογία
αναφέρω < ἀναφέρω
Άλλοι τύποι
ανέφερααναφέρομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →