Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναφορά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η έκθεση γεγονότων σε γραπτό ή προφορικό λόγο Βικιλεξικό
  2. ο συσχετισμός δύο πραγμάτων Βικιλεξικό
    • χαρακτηριστική είναι η αναφορά του στο υλικό κατασκευής του κτιρίου, τραβερτίνης καλής ποιότητας που θυμίζει τον ιταλικό. (Ludwig Ross και η Ελλάδα, πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου, Αθήνα, 2-3 Οκτωβρίου 2002, Verlag Marie Leidorf, 2005, σελ. 195)
  3. πληροφορικήreference: σχέση, όπου οντότητα που δεν περιέχει τα πραγματικά δεδομένα, περιέχει πληροφορία που παραπέμπει σε άλλη οντότητα, η οποία περιέχει τα δεδομένα Βικιλεξικό
  4. πληροφορικήreference: σχέση, όπου οντότητα που δεν περιέχει τα πραγματικά δεδομένα, περιέχει πληροφορία που παραπέμπει σε άλλη οντότητα, η οποία περιέχει τα δεδομένα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναφορά < αρχαία ελληνική ἀναφορά < ἀναφέρω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναφοράαναφορές
Γενικήαναφοράςαναφορών
Αιτιατικήαναφοράαναφορές
Κλητικήαναφοράαναφορές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →