αυταναφλέγομαι
•
- αναφλέγομαι από μόνος μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυταναφλέγομαι < αυτο- + αναφλέγομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυταναφλέγομαι | αυταναφλέγεσαι | αυταναφλέγεται | αυταναφλεγόμαστε | αυταναφλέγεστε | αυταναφλέγονται |
| Παρατατικός | αυταναφλεγόμουν / αυταναφλεγόμουνα | αυταναφλεγόσουν / αυταναφλεγόσουνα | αυταναφλεγόταν / αυταναφλεγότανε | αυταναφλεγόμασταν / αυταναφλεγόμαστε | αυταναφλεγόσασταν / αυταναφλεγόσαστε | αυταναφλέγονταν / αυταναφλεγόντουσαν |
| Αόριστος | αυταναφλέχτηκα | αυταναφλέχτηκες | αυταναφλέχτηκε | αυταναφλεχτήκαμε | αυταναφλεχτήκατε | αυταναφλέχτηκαν / αυταναφλεχτήκαν / αυταναφλεχτήκανε |
| Μέλλοντας | θα αυταναφλέγομαι / θα αυταναφλεχτώ | θα αυταναφλέγεσαι / θα αυταναφλεχτείς | θα αυταναφλέγεται / θα αυταναφλεχτεί | θα αυταναφλεγόμαστε / θα αυταναφλεχτούμε | θα αυταναφλέγεστε / θα αυταναφλεχτείτε | θα αυταναφλέγονται / θα αυταναφλεχτούν / θα αυταναφλεχτούνε |
| Παρακείμενος | έχω αυταναφλεχτεί | έχεις αυταναφλεχτεί | έχει αυταναφλεχτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυταναφλεχτεί | είχες αυταναφλεχτεί | είχε αυταναφλεχτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυταναφλεχτεί / να αυταναφλέγομαι / να αυταναφλεχτώ | να έχεις αυταναφλεχτεί / να αυταναφλέγεσαι / να αυταναφλεχτείς | να έχει αυταναφλεχτεί / να αυταναφλέγεται / να αυταναφλεχτεί | να αυταναφλεγόμαστε / να αυταναφλεχτούμε | να αυταναφλέγεστε / να αυταναφλεχτείτε | να αυταναφλέγονται / να αυταναφλεχτούν / να αυταναφλεχτούνε |
| Προστακτική | — | αυταναφλέγου / αυταναφλέξου | — | — | αυταναφλέγεστε / αυταναφλεχτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →