Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανελαστικός

/a.ne.la.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου δεν έχει ελαστικότητα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάμε χαρακτήρα σκληροτράχηλο και μονοκόμματο Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάανεπηρέαστος Βικιλεξικό
  4. οικονομίαπου δεν μεταβάλλεται ή δεν επηρεάζεται από τις μεταβολές άλλων παραγόντων ή μεγεθών Βικιλεξικό
    • Οι δαπάνες κατατάσσονται σε δύο κατηγορίες: σε ανελαστικές και σε ελαστικές, δηλαδή σε αναγκαίες και μη. Στην κατηγορία των ανελαστικών δαπανών περιλαμβάνονται οι εισφορές σε ταμεία ασφάλισης, οι τόκοι των στεγαστικών δανείων και τα έξοδα ιατρικής και φαρμακευτικής περίθαλψης. (@tovima.gr)

Ετυμολογία

ανελαστικός < αν- στερητικό + ελαστικός, (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀνελαστικός < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική inelastic < in- + elastic → και δείτε τη λέξη ελαστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανελαστικόςανελαστικήανελαστικό
Γενικήανελαστικούανελαστικήςανελαστικού
Αιτιατικήανελαστικόανελαστικήανελαστικό
Κλητικήανελαστικέανελαστικήανελαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανελαστικοίανελαστικέςανελαστικά
Γενικήανελαστικώνανελαστικώνανελαστικών
Αιτιατικήανελαστικούςανελαστικέςανελαστικά
Κλητικήανελαστικοίανελαστικέςανελαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →