ανθρωποθεριστής
•
- ο χάρος, αυτός που θερίζει (σκοτώνει) ανθρώπους Βικιλεξικό
- 1897 ⌘ Κωστής Παλαμάς, Η ασάλευτη ζωη (1904), Ο Γυρισμός (1897), Νέα ωδή του παλιού Αλκαίου στίχ. 68-69
Ετυμολογία
ανθρωποθεριστής < ανθρωπο- + θεριστής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανθρωποθεριστής | ανθρωποθεριστάδες / ανθρωποθεριστές |
| Γενική | ανθρωποθεριστή | ανθρωποθεριστάδων / ανθρωποθεριστών |
| Αιτιατική | ανθρωποθεριστή | ανθρωποθεριστάδες / ανθρωποθεριστές |
| Κλητική | ανθρωποθεριστή | ανθρωποθεριστάδες / ανθρωποθεριστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →