Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανοίκειος

/aˈni.ci.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που δεν συμπεριφέρεται με ευπρέπεια, ο αναιδής, ο άκοσμος Βικιλεξικό
  2. ο ανάρμοστος, ο αχαρακτήριστος Βικιλεξικό
  3. συνήθως για γυναίκαη άσεμνη Βικιλεξικό
  4. όχι γνώριμος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανοίκειος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνοίκειος. Μορφολογικά αναλύεται σε αν- στερητικό + οικείος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοίκειοςανοίκειαανοίκειο
Γενικήανοίκειουανοίκειαςανοίκειου
Αιτιατικήανοίκειοανοίκειαανοίκειο
Κλητικήανοίκειεανοίκειαανοίκειο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοίκειοιανοίκειεςανοίκεια
Γενικήανοίκειωνανοίκειωνανοίκειων
Αιτιατικήανοίκειουςανοίκειεςανοίκεια
Κλητικήανοίκειοιανοίκειεςανοίκεια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →