ανορθογράφος
•
- που είναι ανορθόγραφος, που γράφει ανορθόγραφα, που κάνει ορθογραφικά λάθη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανορθογράφος < αν- στερητικό + ορθογράφος < ορθο- + -γράφος. Δείτε και ανορθόγραφος.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανορθογράφος | ανορθογράφοι |
| Γενική | ανορθογράφου | ανορθογράφων |
| Αιτιατική | ανορθογράφο | ανορθογράφους |
| Κλητική | ανορθογράφε | ανορθογράφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →