ορθογραφία
•
- η σωστή γραφή μιας λέξης, σύμφωνα με την ετυμολογία και τους γραμματικούς κανόνες Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο σχολικό μάθημα, κατά το οποίο οι μαθητές μαθαίνουν να γράφουν σωστά τις λέξεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορθογραφία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὀρθογραφία. Μορφολογικά αναλύεται σε ορθο- + -γραφία.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ορθογραφία | ορθογραφίες |
| Γενική | ορθογραφίας | ορθογραφιών |
| Αιτιατική | ορθογραφία | ορθογραφίες |
| Κλητική | ορθογραφία | ορθογραφίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →