Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανταλλαγή

/an.da.laˈʝi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανταλλάσσω Βικιλεξικό
  2. πληροφορικήη ανταλλαγή περιεχομένων μεταξύ κύριας και δευτερεύουσας μνήμης (πχ. σκληρός δίσκος). Όταν εκτελούνται πολλά προγράμματα μαζί και δεν επαρκεί η κύρια μνήμη, τμήματα αυτής αποθηκεύονται προσωρινά στη δευτερεύουσα, αναστέλλοντας την εκτέλεση κάποιων προγραμμάτων. Βικιλεξικό
  3. προγραμματισμόςη ανταλλαγή των περιεχόμενων τιμών μεταξύ δύο μεταβλητών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανταλλαγή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνταλλαγή < αρχαία ελληνική ἀνταλλάσσω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική échange). Μορφολογικά αναλύεται σε αντ- + αλλαγή.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανταλλαγήανταλλαγές
Γενικήανταλλαγήςανταλλαγών
Αιτιατικήανταλλαγήανταλλαγές
Κλητικήανταλλαγήανταλλαγές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →