ανταλλάσσω
•
- παίρνω κάτι από κάποιον άλλον και του δίνω ως αντάλλαγμα κάτι (συνήθως ίσης αξίας ή ομοειδές) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανταλλάσσω < αρχαία ελληνική ἀνταλλάσσω < ἀντί + ἀλλάσσω < ἄλλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂élyos (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική échanger)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανταλλάσσω | ανταλλάσσεις | ανταλλάσσει | ανταλλάσσουμε | ανταλλάσσετε | ανταλλάσσουν / ανταλλάσσουνε |
| Παρατατικός | αντάλλασσα | αντάλλασσες | αντάλλασσε | ανταλλάσσαμε | ανταλλάσσατε | αντάλλασσαν / ανταλλάσσαν / ανταλλάσσανε |
| Αόριστος | αντάλλαξα | αντάλλαξες | αντάλλαξε | ανταλλάξαμε | ανταλλάξατε | αντάλλαξαν / ανταλλάξαν / ανταλλάξανε |
| Μέλλοντας | θα ανταλλάξω / θα ανταλλάσσω | θα ανταλλάξεις / θα ανταλλάσσεις | θα ανταλλάξει / θα ανταλλάσσει | θα ανταλλάξουμε / θα ανταλλάσσουμε | θα ανταλλάξετε / θα ανταλλάσσετε | θα ανταλλάξουν / θα ανταλλάξουνε / θα ανταλλάσσουν / θα ανταλλάσσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανταλλάξει | έχεις ανταλλάξει | έχει ανταλλάξει | έχουμε ανταλλάξει | έχετε ανταλλάξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανταλλάξει | είχες ανταλλάξει | είχε ανταλλάξει | είχαμε ανταλλάξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανταλλάξει / να ανταλλάξω / να ανταλλάσσω | να έχεις ανταλλάξει / να ανταλλάξεις / να ανταλλάσσεις | να έχει ανταλλάξει / να ανταλλάξει / να ανταλλάσσει | να έχουμε ανταλλάξει / να ανταλλάξουμε / να ανταλλάσσουμε | να έχετε ανταλλάξει / να ανταλλάξετε / να ανταλλάσσετε | να ανταλλάξουν / να ανταλλάξουνε / να ανταλλάσσουν / να ανταλλάσσουνε |
| Προστακτική | — | αντάλλαξε / αντάλλασσε | — | — | ανταλλάξτε / ανταλλάσσετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →